Κείμενο: Τζένη Τσιροπούλου
Τον Alasfar τον γνώρισα σε μια «ελληνική βραδιά» σε μια παραθαλάσσια πόλη της Αγγλίας, όπου σπουδάζει με υποτροφία. Διασκέδαζε με την παρέα του και τίποτα δε θα με έκανε να υποψιαστώ την ιστορία που έκρυβε πίσω του, την οποία ίσως να μη μάθαινα ποτέ αν δεν είχα ξεμείνει από τσιγάρα εκείνο το βράδυ. «Καπνίζαμε πολλά από αυτά τα τσιγάρα στον πόλεμο» μου είπε, προσφέροντάς μου ένα χρυσαφί πακέτο που έγραφε με κόκκινα γράμματα «Tradition». Δεν ήταν εύκολο να μιλήσει για ό,τι έζησε, το αντίθετο. «Θα στα αφηγηθώ όμως» μου είπε τελικά. «Σαν ένα παραμύθι, όπως αστειευόμαστε μεταξύ μας οι πρώην πολεμιστές».
Videos by VICE
«Ήταν η πρώτη μου μέρα στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Φορούσα μια κόκκινη κουκούλα. Μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα δύο ρουκέτες εκτοξεύτηκαν κατά πάνω μας. ‘Το χρώμα της κουκούλας σου μάς πρόδωσε!’ μου φώναξαν κάποιοι από τους συμπολεμιστές μου. Δεν καταλάβαινα τίποτα τότε. Νόμιζα ότι η πρώτη γραμμή είναι μια γραμμή που κάποιος την τράβηξε και δεν πρέπει να την περάσουμε».
Πάνε δύο χρόνια από τότε που ο 26χρονος σήμερα Alasfar ήταν «κόκκινο πανί» για τους στρατιώτες του Καντάφι ανάμεσα στα ερείπια της πόλης του, της Μισράτα, στη βορειοδυτική Λιβύη, όπου πολέμησε για έξι μήνες. Σήμερα συνεχίζει τη ζωή του σε αυτόν το «διαφορετικό πλανήτη», όπως χαρακτηρίζει την Αγγλία αν και το βλέμμα του σπινθηροβολά όποτε μου μιλά για τον καιρό του πολέμου στη Λιβύη.
Δεν του αρέσει να τον αποκαλώ «αντάρτη». Εξίσου τον ενοχλεί ο τρόπος που η πλειοψηφία των Δυτικών μέσων φωτογράφισε τους αντικαθεστωτικούς στον εμφύλιο της Λιβύης. «Μας παρουσιάζουν σαν να μας διεγείρει ο πόλεμος αλλά δεν είναι έτσι» μου εξηγεί. Για αυτό αρνήθηκε πεισματικά έως τώρα να διηγηθεί την ιστορία του, γυρνώντας την πλάτη του ακόμα και σε πρόταση από το BBC.
«Στην αρχή ήθελα να σβήσω όλες μου τις μνήμες από τον πόλεμο αλλά τώρα εύχομαι να μη συμβεί ποτέ αυτό γιατί τώρα σέβομαι περισσότερο τον εαυτό μου και είμαι πιο δραστήριος. Νιώθω άτρωτος, ξεχειλίζει δύναμη από μέσα μου. Γιατί; Μα γιατί δε φοβάμαι το θάνατο πια».
Καπνίζει αρειμανίως και κάθε λίγο σταματά για να ρουφήξει μια γουλιά μπύρας. Μου εκμυστηρεύεται συνωμοτικά ότι αυτά τα κάνει κρυφά από τους μουσουλμάνους γονείς του αλλά και από τους συμπατριώτες συμφοιτητές του. Αναρωτιέμαι συνεχώς πώς αυτό το χαμογελαστό αγόρι που έχω απέναντί μου ντύθηκε πολεμιστής.
«Έχω καυγαδίσει μονάχα μια φορά στη ζωή μου. Ποτέ δε μου άρεσε η βία αλλά όταν είδα τους ανθρώπους στη Λιβύη να διαμαρτύρονται απαιτώντας μια καλύτερη ζωή, ένιωσα ότι αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ήθελα να καταλάβω. Η Λιβύη ήταν η τελευταία χώρα στον κόσμο που φανταζόμουν ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ο στρατός έστρεψε τα όπλα του απέναντι στο λαό και ως άνθρωπος αλλά και ως κομμάτι αυτού του τόπου, δεν μπορούσα πάρα να εξεγερθώ. Θυμάμαι μια σκηνή όπου ένας στρατιώτης πυροβόλησε έναν πολίτη. Ο άνδρας έπεσε κάτω αλλά ο στρατιώτης δε σταμάτησε. Πήγε από πάνω του και τον ξαναπυροβόλησε. Αυτό είναι απάνθρωπο σκεφτόμουν».
Kαι κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι του για τα χαρακώματα της Λιβύης όπου θα του δινόταν το παρατσούκλι του, Alasfar, λόγω της ανοιχτόχρωμης επιδερμίδας του.
Ήταν Φλεβάρης του 2011 όταν οι συζητήσεις μεταξύ των Λίβυων φοιτητών στην Αγγλία θέριευαν αλλά δε θα ήταν πολλοί αυτοί που θα έπαιρναν τελικά την απόφαση να επιστρέψουν και να πολεμήσουν για το όνειρο της ελευθερίας στη χώρα τους. «Συνειδητοποίησα ότι ήμουν εντελώς μόνος. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, να διαβάσω και έπαιρνα χάπια για να χαλαρώνω. Ένιωθα τύψεις όταν έβγαινα έξω για να διασκεδάσω. Ένα βράδυ μιλούσα στο τηλέφωνο με τη δίδυμη αδερφή μου, όταν μου είπε ότι οι ρουκέτες πλέον έπεφταν γύρω από το σπίτι μας. Μετά από εκείνο το βράδυ η επικοινωνία μας διακόπηκε εντελώς. Μια εβδομάδα πριν να φύγω, διάβασα ότι οι επαναστάτες είχαν καταφέρει να προσεγγίσουν τα σύνορα ανάμεσα στη Μισράτα και τη διπλανή πόλη. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό σημάδι. Τότε ρώτησα τον εαυτό μου: ‘Τι κάθεσαι και περιμένεις;’ Την επόμενη μέρα όλα ήταν έτοιμα για την αναχώρηση μου».
Το ταξίδι του διήρκησε πέντε μερόνυχτα. Από το Λονδίνο στο Κάιρο και από το Κάιρο στην Αλεξάνδρεια αεροπορικώς. Έπειτα, ένα ταξί φορτωμένο με έξι άτομα οδήγησε τον Alasfar μέχρι την Μπενγκάζι όπου, για πρώτη φορά, όπως μου εξιστορεί, ένιωσε τη μυρωδιά του πολέμου να πλανάται στο σκοτεινό ορίζοντα της πόλης.
Έχω πάψει εδώ και λίγη ώρα να του απευθύνω ερωτήσεις. Η αφήγηση του γίνεται με μια άνασα. «Απέφευγα να μιλάω για αυτά γιατί φοβόμουν ότι θα καταρρεύσω» μου λέει σιγανά.
«Το πρώτο βράδυ το πέρασα στο σπίτι ενός φίλου. Όταν ξύπνησα τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο και να ρωτάει αν υπήρχε πλοίο για τη Μισράτα. Το πλοίο θα έφευγε σε λίγα λεπτά. Πετάχτηκα επάνω, πήρα τα πράγματά μου και άρχισα να τρέχω. Δεν ήταν εύκολο να μπω μέσα. Θυμάμαι να φωνάζω στους άνδρες του πλοίου ‘Αν δε με αφήσετε να μπω, θα κολυμπήσω ως την πόλη μου.’ Όταν τελικά επιβιβάστηκα, είδα πολλούς σοβαρά τραυματισμένους. Συνάντησα ένα φίλο από το σχολείο ο οποίος μου είπε όταν φτάσω στη Μισράτα να μη μιλήσω σε κανέναν γιατί υπήρχαν πολλοί προδότες που υποστήριζαν τον Καντάφι. Ακόμα και στην ίδια μου την πόλη κυλούσε δηλητήριο».
Πριν να αφήσει την Αγγλία για τη Λιβύη, ο Alasfar είχε δώσει μια υπόσχεση. Δε θα προσχωρούσε στον αγώνα πριν να δει την οικογένειά του. «Ήθελα να τους κοιτάξω στα ματιά και μετά να αποφασίσω. Την ημέρα που έφτασα, έκατσα με όλες μου τις αδερφές στο τραπέζι. Ήταν τόσο όμορφη στιγμή. Ένιωθα τον πόνο τους αλλά έβλεπα το χαμόγελο στα πρόσωπά τους. Οι στρατιώτες του Καντάφι είχαν πάρει θέση απέναντι από το σπίτι μας. Το διπλανό σπίτι είχε βομβαρδιστεί και το σχολείο είχε καταστραφεί. Δυστυχώς η μάχη δε σταματά εκεί που θες αλλά είμαι περήφανος που δεν εγκαταλείψαμε το σπίτι μας».
Οι επαναστάτες χωρίζονταν σε ομάδες των σαράντα μέχρι και διακοσίων ατόμων, μου εξηγεί, σύμφωνα με οικογενειακούς ή φιλικούς δεσμούς γιατί «ο δικός σου άνθρωπος δε θα στρέψει το όπλο εναντίον σου». Μία από τις αδερφές του πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως νοσοκόμα στο μέτωπο ενώ δύο από τους αδερφούς του είχαν ήδη στρατολογηθεί, αποκτώντας πολύ καλή φήμη ως αγωνιστές. Έτσι, ήταν εύκολο για τον Alasfar να διεισδύσει στην ομάδα τους. Σύντομα θα έπαιρνε το βάπτισμα του πυρός.
«Όταν πρωτοπιάνεις το όπλο σου, νιώθεις άβολα γιατί δεν ξέρεις πώς να το χρησιμοποιήσεις και μπορεί κατά λάθος να το στρέψεις εναντίον σου ή εναντίον των συμμάχων σου. Δεν ήμασταν εκπαιδευμένοι και συνέβαιναν πολύ συχνά ατυχήματα. Μία από τις πρώτες μέρες, προσπαθούσα να ελέγξω αν το όπλο μου είχε σφαίρες και νόμιζα ότι ήταν άδειο. Ευτυχώς σημάδεψα τον τοίχο και δεν τραυματίστηκε κανείς. Όταν κάποιος πυροβολούσε κατά λάθος, λέγαμε, ‘Εκπαιδεύτηκες πια. Τώρα είσαι επαγγελματίας!’».
Παρά την έλλειψη εμπειρίας και την ανεπάρκεια βαρύ οπλισμού, ο Alasfar μου μιλά με περηφάνεια για την τόλμη και την αλληλεγγύη που επεδείκνυαν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια του πολέμου. «Μόλις ξεκινούσαν οι πυροβολισμοί, κανένας δεν έτρεχε να κρυφτεί. Όλοι φρόντιζαν τους διπλανούς τους. Ήμασταν όλοι σαν αδέρφια και έβλεπες την καλύτερη πλευρά του καθενός».
«Όταν συνηθίσεις τον πόλεμο, γίνεται σχεδόν ρουτίνα, σαν να παίζεις μπάλα με τους φίλους σου. Αντιλαμβάνεσαι τι πραγματικά σημαίνει πόλεμος μόνο όταν χάσεις κάποιον. Εγώ έχασα δύο ξαδέρφους μου. Ήταν 22 και 24 χρόνων. Τους γνώριζα ως παιδιά αλλά όχι ως πολεμιστές».
Αυτή η «ρουτίνα», όμως, θα είχε αργά ή γρήγορα βαρύ τίμημα για τον Alasfar. Φέρνει στο νου του τη χειρότερη μέρα της ζωής του. «Οι πυροβολισμοί ξεκίνησαν στις δέκα το πρωί και σταμάτησαν στις οκτώ το βράδυ» ανακαλεί. «Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που είδα το θάνατο να σκορπίζεται γύρω μου. Εκείνη τη μέρα έχασα τα λογικά μου. Ακόμα το νιώθω μέσα μου».
Παίρνει το πακέτο από τα τσιγάρα του και σχεδιάζει το χάρτη της Λιβύης, δείχνοντας μου τις διαδρομές, τις οπισθοχωρήσεις και τις νίκες.
«Τα βράδια σκαρφαλώναμε στα δέντρα για να βρούμε σήμα και να κάνουμε βιαστικά τηλεφωνήματα» θυμάται και χαμογελάει. «Είχα πάρει τους φίλους μου στην Αγγλία και τους φώναζα ‘Μπαίνουμε στην Τρίπολη,παιδιά!’» Μετά την κατάκτηση της πρωτεύουσας, το ρολόι άρχισε να χτυπά αντίστροφα για τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις, που διατηρούσαν ένα και μοναδικό στόχο: «να σκοτώσουμε τον Καντάφι».
Ήταν νωρίς το πρωί της 20ης του Οκτώβρη 2011, όταν τα νέα έφτασαν στη Μισράτα. Λίγο αργότερα οι μακάβριες εικόνες θα έκαναν το γύρω του κόσμου.
«Κοιμόμουν. Στην αρχή ήταν αδύνατο να το πιστέψω γιατί λίγες μέρες νωρίτερα ήμασταν στη Σύρτη και δεν υπήρχαν ίχνη του Καντάφι. Έφεραν το νεκρό του σώμα στη Μισράτα. Όταν το είδα, ένιωσα ότι η αποστολή μας είχε ολοκληρωθεί. Ένιωσα ότι έτσι σώζαμε πολλές ανθρώπινες ζωές. Είχαμε μόλις ξυπνήσει από έναν εφιάλτη».
«Και τώρα,τι;» ήταν, όμως, η ερώτηση που επισκίαζε τις επευφημίες των Λίβυων αγωνιστών κατά του τυρρανικού ηγέτη. Είναι από τις απαντήσεις που ο Alasfar δείχνει να μην τις διαπραγματεύεται. «Τα όπλα δεν έπρεπε να χρησιμοιηθούν άλλο. Αν είσαι Λίβυος, οφείλεις να το κατανοήσεις αυτό. Δυστυχώς πολλοί δεν το αντιλαμβάνονταν. Μετά από λίγους μήνες, αποφάσισα να γυρίσω στην Αγγλία. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι μόλις η οικογένειά μου είναι ασφαλής, θα επιστρέψω στις σπουδές μου. Πιστέψαμε ότι ήμασταν πολύ κοντά στο να κάνουμε τη Λιβύη ένα καλύτερο μέρος αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά μάλλον».
Η επιστροφή στην Ευρώπη δεν επιφύλασσε μια ομαλή μετάβαση για τον Alasfar. Είχε αφήσει έναν πόλεμο πίσω του αλλά τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές του διαμάχες. Μια βαλίτσα ξέχειλη από αναμνήσεις, νοσταλγία, πόνο και ελπίδες ήταν ό,τι κουβαλούσε μαζί του. «Ήμουν μόνος πάλι. Ό,τι ήταν φυσιολογικό στην πατρίδα, εδώ δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν. Γινόμουν επιθετικός και δεν ήξερα πώς να κατευνάσω τον εαυτό μου. Είναι σαν να έχεις μια φωτιά μέσα σου που σε καίει αδιάκοπα».
Ο λιβυκός ήλιος έκαιγε και πάλι το πρόσωπο του Alasfar το προηγούμενο καλοκαίρι, στην πρώτη του επιστροφή μετά τον πόλεμο. «Οι άνθρωποι ακόμα υποφέρουν. Είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψουν στην κανονική τους ζωή. Θα ήθελα να ζήσω στη Λιβύη αλλά δεν είναι ασφαλές μέρος ακόμα, αν και πολλά άλλαξαν προς το καλύτερο. Είδα για πρώτη φορά να γίνονται πολιτικές συζητήσεις άφοβα και γυναίκες να οδηγούν αυτοκίνητο».
Υπάρχουν στιγμές όπου οι λέξεις, και ειδικά σε μια ξένη γλώσσα, δεν επαρκούν για να εκφράσει τα συναισθήματά του. Κομπιάζει και μου ζητά λίγο χρόνο για να συμφιλιωθεί με τις αναμνήσεις που «ξυπνήσαμε». Η φωνή του δυναμώνει και πάλι, για να μου δώσει τον προσωπικό του επίλογο από τον πόλεμο: «Κανένας δεν επιλέγει να ζήσει έναν πόλεμο. Είναι το χειρότερο πράγμα που συνέβη στη ζωή μου αλλά οι άνθρωποι που σημαίνουν τα πάντα για εμένα ήταν εκεί και έπρεπε να είμαι μαζί τους. Και εσύ το ίδιο δε θα έκανες;».
Περισσότερα από το VICE
-

-

The Apple Watch Ultra 3, because there aren't pics of a rumored, unreleased Ultra 4 yet. – Credit: Apple -

Bruce Willis -

Nickelodeon